Από τότε που ο Νίκος ανέλαβε τη φρούρηση του φάρου στο απομακρυσμένο νησί, ο ύπνος του ήταν ανύπαρκτος. Κάθε βράδυ, το άγχος τον καταβρόχθιζε, του στερούσε την ηρεμία που έψαχνε στο σκοτάδι της νύχτας. "Ίσως το άγχος τον ύπνο σου σκοτώνει," του είχε πει η Ελένη, η αδελφή του, προτού φύγει για το νησί. "Ίσως φοβάσαι να ονειρευτείς."
Ο Νίκος κοίταζε τη θάλασσα, τις ανοιχτές σελίδες της οποίας έμοιαζαν με έναν καμβά γεμάτο από ανεκπλήρωτα όνειρα. Η αποστολή του ήταν απλή: να διασφαλίζει ότι το φως του φάρου θα λειτουργούσε άψογα, ώστε να οδηγεί τα πλοία μακριά από τους βράχους. Όμως, κάτι τον τρόμαζε, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Μια νύχτα, το φως του φάρου έσβησε. Ο Νίκος τρέξε επάνω, πανικόβλητος, και κατάφερε να το επισκευάσει. Όταν γύρισε κάτω, είδε ένα γράμμα στο τραπέζι. Το άνοιξε και διάβασε: "Μη φοβάσαι να ονειρευτείς. Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να ζεις στο σκοτάδι."
Στη συνέχεια, ο Νίκος άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο φόβος του δεν ήταν για το φως του φάρου, αλλά για το δικό του φως που είχε κλείσει μέσα του. Άρχισε να γράφει, να ζωγραφίζει, να παίζει μουσική. Επέτρεψε στον εαυτό του να ονειρευτεί και να ελπίζει.
Κάθε βράδυ, το φως του φάρου δεν ήταν πλέον ο μόνος φωτεινός προβολέας στο νησί. Ο Νίκος είχε ανάψει και το δικό του φως, εντός και εκτός του.
Η Ελένη, που επισκέφτηκε το νησί αργότερα, δεν τον αναγνώρισε. "Πού είναι το άγχος;" ρώτησε.
"Το έθαψα," απάντησε ο Νίκος, "μαζί με τους φόβους μου. Τώρα έχω χώρο για τα όνειρά μου."
"Έτσι ακριβώς," είπε η Ελένη, "τώρα μπορείς να ονειρεύεσαι χωρίς φόβο."
Και από εκείνη τη στιγμή, ο Νίκος ονειρευόταν με ανοιχτά μάτια, υποδεικνύοντας το δρόμο όχι μόνο στα πλοία που πέρναγαν, αλλά και στον εαυτό του που είχε επιτέλους βρει τον δικό του προορισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου